ελληνική φωνή - κεντρική σελίδα  
επικοινωνία εκτύπωση
 
Εκδότης-Διευθυντής: ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΤΥΧΙΔΗΣ
Διευθύντρια Σύνταξης: ΑΡΤΕΜΙΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ηλεκτρονική Ενημέρωση για την Ελλάδα και τον Κόσμο
     

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
Όταν οι εικόνες γίνονται ποίηση…

Της Τόνιας Μανιατέα

  << Επιστροφή στο χάρτη

Κεκτημένη ταχύτητα. Κινούνται σε γοργούς ρυθμούς για να διατηρήσουν τη νωχέλεια του μυαλού και της ζωής τους. Επιτηδευμένη φόρα εισπνοών και εκπνοών σ΄ ένα υγρό περιβάλλον, που μουλιάζει τα μέλη, όταν η θερμοκρασία πέφτει μαζί με τις αντιστάσεις τους. Θαρρώ, η μόνη αντίσταση που ταιριάζει σ΄ ένα περιβάλλον, μελετημένα διχοτομημένο από τις φυλές όλου του κόσμου, είναι η ισχύς των αισθήσεων.

Όραση. Για να γεμίζει το μάτι ώσπου να συρθεί αργά αργά σε καθέναν από τους ατελείωτους ορόφους των κτηρίων και να συναντήσει επιτέλους τον ουρανό. Τρέμουλο με πιάνει μπρος τη μαγεία αυτού του ουρανού, που αλλάζει χρώμα κάθε φορά που οι δείκτες του ρολογιού προσθέτουν μια ώρα στο άπειρο του χρόνου. Εκεί, στο River΄s Cafe, στο Brooklyn, το γλυκοχάραμα που ξετυλίγεται στα μάτια σου από τη τζαμαρία κυλάει ηδονικά, γαργαλιστικά στο λαρύγγι σου, όπως το Metaxa των 5 αστέρων, που επιμένεις ως περήφανος Έλλην να ζητάς σε κάθε γωνιά του κόσμου. Κι εκεί, καταπίνοντας λαίμαργα εικόνα και ποτό, ακόμα κι αυτό το έκτρωμα των αιώνων, το Άγαλμα της Ελευθερίας,  μετατρέπεται σε αριστούργημα καθώς σχίζει με τον όγκο του το κόκκινο του ουρανού.

Ακοή. Για να γεμίσει ο λαβύρινθος του μυαλού από τους ήχους των εθνικών διαλέκτων. Το «σ΄ αγαπώ» στα αμερικάνικα, τα σπανιόλικα, τα ιταλικά, τα κινέζικα μπορεί να ακούγεται τόσο τρυφερό όσο και άγριο. Και το «ζω» το ίδιο πεισματικό όσο και συμβιβαστικό.
Ξαφνικά, το παραφορτωμένο σπίτι της καλής μου φίλης της Elisabeth, μοιάζει με ταξίδι στη χώρα του Οζ. Νομίζω πως κάθε κουτάκι νικέλινο ή γυάλινο κρύβει μέσα του εικόνες, που αν ελευθερωθούν, θα συνθέσουν πίνακα του Γκόγια, όταν άρχισε να βυθίζεται στη σχιζοφρένεια. Μακάριοι οι έχοντες αισθητική πέρα από τα συμβατά όρια της λογικής. Κι ύστερα, κλείνεις πίσω σου την πόρτα του οικείου χώρου και ξεχύνεσαι σε λεωφόρους κι από την Αστόρια, όπου το σπασμένο «καλημέρα» προδίδει ελληνικές ρίζες της προηγούμενης γενιάς, βρίσκεσαι στην συνοικία των Ιταλών, όπου η ταχυλαλία των πρωταγωνιστών μετατρέπεται σε πολύβουο μελίσσι, που παλεύει επίμονα να φωλιάσει στ΄ αφτιά σου.

Γεύση. Εξασκημένη σε κάθε γαστριμαργική σύνθεση. Από το άχυρο του φούρνου των μικροκυμάτων και των κοκκινόχρωμων επιδερμίδων ως το αφροδισιακό της live κινέζικης μαγειρικής σε απόσταση ανάσας από το πιάτο σου στο ξακουστό Benihanna και το βαθιά σοκολατένιο των αφρικάνικων κορμιών, που λικνίζονται αβασάνιστα στην πίστα του Zoo στο Manhattan, πετυχαίνοντας παράλληλα τις πιο μεγάλες τσικλόφουσκες. Οργασμός γευστικών αισθητηρίων με την ικανοποίηση του I am coming μετά την προσποίηση της ηδονής για να μην εκτεθείς, εκθέσεις και απογοητεύσεις.

Όσφρηση. Αντιφάσκει με το κολλημένο σου μυαλό στις αισθησιακές μυρωδιές των παριζιάνικων οίκων. Η αίσθηση που ανακουφίζει τις ταραγμένες συνειδήσεις. Η μαζοχιστική ικανοποίηση της ξανάστροφης που σου ρίχνει το μοσχομυρωδάτο πρόσωπο ενός πλανόδιου νέγρου καλλιτέχνη, όταν το πλησιάζεις με την αρρωστημένη ελπίδα να επιβεβαιώσεις τον μύθο, που θέλει τις μαύρες επιδερμίδες ν΄ αναδύουν ρυπαρές οσμές.

Αφή. Το μεγαλείο των αισθήσεων στο άγγιγμα ακόμα και του τρισδιάστατου αέρα της πόλης των άκρων. Ακόμη και στο σώμα σου, που νιώθεις ν΄ αλλάζει καθώς προσπαθεί να εξομοιωθεί με τα μεγέθη. Αυτά που σε παρουσιάζουν μικρό και αδύναμο. Αυτά που κατατροπώνουν την ανθρώπινη εγωπάθεια όταν διαισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο. Θλιβερές υπάρξεις που αμφισβητούνται από τα ίδια τους τα δημιουργήματα. Έχασες το παιχνίδι αν δεν ξέρεις να ζήσεις το ίδιο όμορφα στον 1ο και στον 100ο όροφο ενός ουρανοξύστη. Δεν σου αξίζουν μαγικές εικόνες. Η ύπαρξή σου ρυπαίνει το τοπίο αυτής της αντιφατικής πόλης και ταράζει την ισορροπία μου. Οι αισθήσεις είναι οι ίδιες παντού κι αν δεν επιδέχονται διαβάθμισης, μυρίζουν χωματίλα.

Κι αυτοί οι Έλληνες της διασποράς… Αχ, αυτοί οι Έλληνες της διασποράς. Δεν είναι η εξαθλίωση που αποπνέει η σκέψη τους. Είναι η αμηχανία μας μπρος στη δική μας ματαιοδοξία να περνάμε καλά γιατί κάποιοι άλλοι, μακριά από μας, περνούν άσχημα. Νομίζουν πως ανακάλυψαν το νόημα της ζωής μέσα στην αφθονία. Ναι. Είναι θλιβερή η εικόνα εκείνων που εκπαίδευσαν τα συναισθήματά τους να αναπτύσσονται και να συντηρούνται στο βωμό του sent. Και με πόση ικανοποίηση με γεμίζει η σκέψη πως γεννήθηκα και ζω σ΄ έναν άλλο τόπο μιας άλλης αφθονίας, που πολύ απέχει από το δικό τους «όπου γης πατρίς». Ευτυχείτε λοιπόν, όσοι μπορείτε να είστε πλήρεις χωρίς ταμιακούς υπολογισμούς και πληθωρικοί χωρίς περίσσιο βάρος.

Κι ύστερα ήρθε ο νόστος. Ο ασφαλής νόστος. Εκείνου που φεύγει για περιορισμένο χρόνο. Όχι των άλλων, που τους αρκεί να καταλάβουν δυο μέτρα της δικής της γης για την τελευταία τους κατοικία κι ας ξόδεψαν τη ζωή τους στην απεραντοσύνη του ξένου τόπου.
Πώς να κοιμηθείς; Ένα πολύωρο ταξίδι επιστροφής από έναν τέτοιο τόπο, για έναν τέτοιο προορισμό μια τέτοια ώρα, προσφέρεται για άλλου είδους ξόδεμα. Απολογισμός. Τι πήρες, τι έδωσες, τι ένιωσες, τι ρούφηξες, τι απόλαυσες και τι λυπήθηκες. Είναι λίγες και πολύτιμες οι ώρες. Μπορεί και οι μέρες. Και με τι δύναμη να ναρκώσεις το σώμα και το μυαλό σου όταν σού είναι και τα δυο τόσο απαραίτητα. Μονότονο και συνάμα πηγή έμπνευσης το γουργούρισμα των μηχανών του αεροπλάνου. Λατρεία και μίσος για την πόλη, που χάνεται κάτω απ΄ τα πόδια μου. Μόνο αντίθετα μού έρχονται στο μυαλό γι αυτή την πόλη της αίσθησης, της παραίσθησης, της ψευδαίσθησης και την αναισθησίας. Ασχήμια κι ομορφιά, μουντό και φωτεινό, απογοήτευση και γοητεία, πραγματικότητα και μύθος, δυστυχία κι ευτυχία, άδειασμα και πληρότητα, φτώχια και πλούτος, μιζέρια και αφθονία, τσιγγουνιά και σπατάλη. Πώς να περιγράψεις την αίσθηση του ήλιου που ανατέλλει στην αριστοκρατική συνοικία του 92ου δρόμου και την ίδια στιγμή δύει τριάντα δρόμους πιο πάνω, στο θλιβερό γκέτο των κυνηγημένων μαύρων, το Harlem, εκεί όπου η μυρωδιά του κάτουρου σου πνίγει τα ρουθούνια, τα ανθρώπινα σκουπίδια στις ρυπαρές λεωφόρους σού πληγώνουν τα μάτια και τα επίμονα παζάρια της κουτοπόνηρης καταστηματάρχισσας για το ψωμί της μέρες, σού μαυρίζει την ψυχή πιότερο κι από το χρώμα του δέρματός της…

Πώς να εξηγήσεις το θυμό σου βλέποντας το ξημέρωμα παραγεμισμένες σακούλες με μπαγιάτικο ψωμί, πεταμένες προκλητικά στη γωνιά από τον φούρναρη της γειτονιάς, όταν ξημέρωμα στην πόλη οσφραίνεσαι την ασιτία απ΄ τα χνώτα των αστέγων στον υπόγειο κόσμο του μετρό.

Αντιφατική μου πόλη, σε λατρεύω…

    << Επιστροφή στο χάρτη
     
Ειδήσεις για όλους | Θέματα | Τουριστικό Ρεπορτάζ | Ιατρικά Θέματα | Παρουσίαση Βιβλίων | Επικοινωνία