ελληνική φωνή - κεντρική σελίδα  
επικοινωνία εκτύπωση
 
Εκδότης-Διευθυντής: ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΤΥΧΙΔΗΣ
Διευθύντρια Σύνταξης: ΑΡΤΕΜΙΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ηλεκτρονική Ενημέρωση για την Ελλάδα και τον Κόσμο - News - Nachrichten
     
MΟΥΣΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Γρηγόρης Μανινάκης: Ο Δον Κιχώτης νέας γενιάς μουσικών

Nέα Υόρκη.-(15 Οκτωβρίου 2018)

Της Ματίνας Δεμελή Η επαφή του με τη μουσική ξεκίνησε σε ένα ψαλτήρι στα 9 του χρόνια στο νησί της Λήμνου όπου μεγάλωσε. Αργότερα, φτάνοντας στις ΗΠΑ ως φοιτητής στη σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, ήταν ιδρυτικό μέλος της ελληνικής χορωδίας της Νέας Υόρκης το 1974. Εως το 1980 μαζί με την Ελλη Πασπαλά ταξίδεψε σε πολλές πολιτείες δίνοντας συναυλίες και προωθώντας τον ελληνικό πολιτισμό και την παράδοση. Το 1981 «έστησε» στην Αστόρια μαζί με τον φίλο του Σταύρο Σπανδωνίδη την μπουάτ «Μικρόκοσμος» που έγινε φοιτητικό στέκι της εποχής. Αργότερα ήρθε το συγκρότημα «Καφέ Αμάν Αμέρικα» δίνοντας συναυλίες στην Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρώπης, αναβιώνοντας τα τραγούδια των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. «Γιατί γλυκό μου sweetheart με πληγώνεις τόσο hard» ένα από τα τραγούδια που έγινε ευρέως γνωστό και μπήκε στο ρεπερτόριο πολλών νέων μουσικών σχημάτων. Αντέχει στο χρόνο το παλιό λαϊκό τραγούδι; «Το ποιοτικό και το καλό λαϊκό τραγούδι, αυτό που βγαίνει μέσα από την αρμονική σύζευξη του στίχου, της μελωδίας και της φωνής του ερμηνευτή, έχει μπει εν πολλοίς στο περιθώριο. Μπορεί να είναι και σε πορεία εξαφάνισης. Αυτοί που επιμένουν να το προωθούν είναι πλέον λίγοι έως ελάχιστοι. Παλιότερα διασκεδάζαμε, τραγουδώντας και χορεύοντας γεμάτοι από το συναίσθημα που δημιουργούσε μέσα μας ο στίχος και η αυθεντική-ξεκάθαρη μελωδία του τραγουδιού και ο ερμηνευτής. Το αναλώσιμο εμπορευματοποιημένο τραγούδι σήμερα, είναι κυρίως ρυθμός -, αν όχι ένας άμελος, άμουσος θόρυβος, με έναν εύπεπτο φτηνό καψουριάρικο στίχο». Ποια η σχέση των Ελλήνων της Ομογένειας με τα μουσικά δρώμενα; «Για την Ομογένειά μας, ελπίδα δίνουν κάποια νέα ταλαντούχα παιδιά που αν και 2ης και 3ης γενιάς ελληνοαμερικανόπουλα, αγαπούν την ελληνική μουσική και με τη σωστή καθοδήγηση ίσως καταφέρουν να κρατήσουν ζωντανό το καλό ελληνικό τραγούδι. Αυτά τα παιδιά προσπαθούμε να βοηθήσουμε δίνοντάς τους συμμετοχή στις μουσικές εκδηλώσεις και συναυλίες με την ομάδα του ?Μικρόκοσμου?. Σαν Δον Κιχώτες, μαζί με άλλους άξιους συναδέλφους, θα δίνουμε τη ?μάχη? και ας χάσουμε τελικά τον ?πόλεμο?. Μπορεί και όχι. Ποιος ξέρει»? ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ

Κρήτη ? Αυστραλία: ένα τραγούδι δρόμος για τους Xylouris White

Mελβούρνη.-(21 Σεπτεμβρίου 2018)

Tης Ζωής Θωμαϊδου
Οι Xylouris White είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκροτήματος που οποιαδήποτε περιγραφή της μουσικής τους, ανεξάρτητα από το πόσο εμπεριστατωμένη είναι, αδυνατεί να σταθεί αντάξια αυτού που ακούς. Τουλάχιστον αυτή ήταν η προσωπική μου εμπειρία. Καθώς προετοιμαζόμουν για αυτή τη συνέντευξη θεώρησα απαραίτητο να διαβάσω μερικές κριτικές για τον πιο πρόσφατο δίσκο τους που κυκλοφόρησε στις αρχές του έτους με τον τίτλο ?Mother?. Συνήθως, η αναφορά ξεκινούσε με μια φράση τύπου ?διασταύρωση Κρητικής παραδοσιακής μουσικής? με οτιδήποτε βάζει ο νους σας σε μουσικό είδος από jazz και folk μέχρι rock και, φυσικά, την κατηγορία world music που περικλείει τα πιο ετερόκλητα μουσικά στοιχεία. Το μπέρδεμα με τις ορολογίες κατευνάστηκε όταν άκουσα τον δίσκο και ένιωσα απλώς τη μουσική να με συνεπαίρνει χωρίς καμιά διάθεση να την τοποθετήσω σε κάποια κατηγορία. Ακόμη περισσότερο δε η σύγχυση εξαφανίστηκε από την αρχή της κουβέντας με τον Γιώργο Ξυλούρη. ?Δεν είμαστε τίποτα από τα παραπάνω και την ίδια στιγμή όλα αυτά τα μουσικά είδη μαζί [?] Εμείς δεν θέλουμε ταμπέλα για τον λόγο ότι δεν προσπαθούμε να κάνουμε κάτι από όλα αυτά, δηλαδή να κάνουμε την Κρητική μουσική rock ή να δημιουργήσουμε jazz ή free jazz. Αυτό που βάζουμε μέσα είναι ο καθένας τον εαυτό του, συνεχίζουμε αυτό που κάναμε πάντοτε και πριν τους Xylouris White, γιατί αυτό που θέλουμε να παίζει πρωταρχικό ρόλο είναι η μουσική να είναι αληθινή, να βγαίνει αλήθεια μέσα από αυτό? λέει . Αντίστοιχη είναι και η απάντηση που δίνει ο μουσικός συνοδοιπόρος του Ξυλούρη, Jim White: ?Δεν είμαστε κάποιο τεχνητό κατασκεύασμα, είμαστε φίλοι που συνδέθηκαν με τη μουσική και ξεκίνησαν αυτό το ταξίδι ή όπως αλλιώς θέλεις να το πεις [?]Στη μουσική μας βγαίνει απλώς θα έλεγα ο εαυτός μας και μετά καθώς μαθαίνουμε καινούρια πράγματα αλλάζει, έχει ροή και μια παιχνιδιάρικη διάθεση εξερεύνησης?. Η συνεργασία τους, άλλωστε, δεν θα είχε ξεκινήσει εάν δεν τους διακατείχε αυτή η διάθεση πειραματισμού και πίστη στη δημιουργική φαντασία. Ο Κρητικός λαουτιέρης Γιώργος Ξυλούρης, απόγονος της επιφανούς στην ελληνική μουσική παράδοση οικογένειας των Ξυλούρηδων πρωτοσυναντήθηκε με τον Jim, έναν από τους πιο καταξιωμένους ντράμερ της αυστραλιανής και όχι μόνο σκηνής, πριν από 20 περίπου χρόνια. Από τότε έπαιζαν μαζί μουσική, όμως το συγκρότημα Xylouris White σχηματίστηκε πρόσφατα κυκλοφορώντας τον πρώτο τους δίσκο το 2014 και μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια έχουν αποκτήσει ένα πιστό κοινό που ξεπερνά τα σύνορα της Ελλάδας και της Αυστραλίας. Ακολουθώντας την πρόσφατη κυκλοφορία του τρίτου δίσκου τους ?Mother?, τον προηγούμενο μήνα πραγματοποίησαν περιοδεία στην Κρήτη και πλέον επιστρέφουν στην Αυστραλία για μια σειρά εμφανίσεων σε όλη τη χώρα. Καταλυτική για την Κρητική περιοδεία ήταν μια συναυλία στα Ανώγεια, στο πλαίσιο του αντιρατσιστικού φεστιβάλ ?Χαϊμαλίνα?. ?Είχε γύρω στους 3.000, αναρχικούς, βοσκούς, κατοίκους απ? τα γύρω χωριά και άλλους, ένα υπέροχο μείγμα κάθε λογής ανθρώπων? μας λέει ο White και ο Ξυλούρης συμπληρώνει τις λεπτομέρειες. ?Ήταν ο κόσμος πολύ θερμός γιατί πέρα του ότι ήταν ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ που είχε φέρει κόσμο από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό [?] συμβαίνει επίσης στα Ανώγεια που είναι το άνδρο της ελευθερίας εδώ και αιώνες. Συμβόλιζε πολλά η βραδιά και μετά η μουσική έδωσε ακόμη πιο έντονο συναίσθημα. Εγώ, για να καταλάβεις, έκλαιγα και γελούσα εκείνο το βράδυ συγχρόνως, όπως και πολύς κόσμος, έκλαιγα από χαρά και συγκίνηση. Οπότε αυτό είχε ως αποτέλεσμα η συναυλία να εξελιχθεί σε περιοδεία, παίξαμε μετά στο Ηράκλειο, τον Άγιο Νικόλαο, στα Χανιά και το Ρέθυμνο?? ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
«Είμαι τραγούδι, είμαι λαός» 17 χρόνια χωρίς τον Στέλιο Καζαντζίδη

Αθήνα.-(14 Σεπτεμβρίου 2018)

Τού Γιώργου Μηλιώνη
Δεν ήταν τόσο η αδιαμφισβήτητη, ακόμα και από όσους έχουν ενστάσεις, ?φωνή? του, όσο η ερμηνεία του, απόσταγμα μιας ζωής που στάθηκε όρθια μέσα σε χίλια-μύρια βάσανα. Δεν ήταν τόσο τα ?μεράκια? και οι ?καημοί? του απλού κόσμου που τραγούδησε, όσο η πίστη που ανάβλυζε από την ερμηνεία του, ότι οι άνθρωποι του μόχθου, είναι εκείνοι που έχουν την δύναμη να αλλάξουν τα πράγματα. ?Επίσημα?, δυστυχώς για μια ακόμη φορά, ένας ?ξεχασμένος?, αλλά ?ανεπίσημα?, όλα όσα ήταν φτερουγίζουν ακόμα στις λαϊκές γειτονιές. Κάθε ?υμνοποίησή? του, όπως και η ?αγιοποίηση? κάθε ?παλιού? είναι άγονη, ενώ εξίσου άγονο είναι και το ?πείραγμα? των τραγουδιών που ερμήνευσε, έξω από το ιστορικοκοινωνικό και μουσικό πλαίσιο που επέτρεψε να γεννηθούν. Η μόνη και μεγαλύτερη τιμή που του αξίζει είναι το διαλεκτικό ξεπέρασμα, αυτών των ερμηνειών, στη αέναη πορεία του λαϊκού τραγουδιού, με νέες δημιουργίες, με νέα ακούσματα, που να αφομοιώνουν τα όσα προσέφερε και αυτός και οι άλλοι μεγάλοι λαϊκοί βάρδοι και ταυτόχρονα να τον ξεπερνούν, αντανακλώντας, ως έργα τέχνης, την κοινωνική συνείδηση της εποχής μας και πριν απ' όλα και πάντα των ανθρώπων του μόχθου που στη δική του εποχή, βρήκαν απαντοχή σε ορισμένα από τα διαμάντια που τραγούδησε ο Στέλιος και τα οποία δεν πρέπει να ξεχαστούν γιατί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας αυτού του τόπου και αυτού του λαού. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε τα ελληνικά διαβατήρια, όπου γης, να τραγουδούν. Η φωνή του "μύριζε" βασιλικό κι ασβέστη, όπως οι αυλές των φτωχόσπιτων στις λαϊκές γειτονιές, στον λυγμό του τρεμόπαιζε εκείνο το βουβό -και γι' αυτό αβάσταχτο- δάκρυ που κυλούσε, καμιά φορά, στα μάτια του λαού, που το μόνο που έκανε στη ζωή του ήταν υπομονή? Μόνο που ώρες-ώρες αυτή η υπομονή γινόταν αβάσταχτη και όταν δεν εύρισκε άλλη διέξοδο, γινόταν τραγούδι με τη φωνή του Καζαντζίδη, φλόγα κεριού που τρεμόπαιζε σαν θυσία στους θεούς της ελπίδας? Η φωνή του ήταν μέσα στο λαϊκό σπίτι σε εκείνη τη γωνιά που το καντήλι φώτιζε την εικόνα του Χριστού και το "κάντρο" με τα γαμήλια στέφανα του πατέρα και της μάνας? Η φωνή του ήταν η απέραντη θλίψη του κυριακάτικου απογεύματος, που τελείωνε με το τελευταίο σφύριγμα του "ρέφερι"? Η φωνή του, συνδεδεμένη με το Σάββατο, που πληρωνόταν ο πατέρας και μαζί με τα "ψώνια" για το σπίτι έφερνε και το 45αράκι δισκάκι? Η φωνή του Καζαντζίδη και τα τραγούδια του ευωδίαζαν όπως το "κοκκινιστό" της μάνας την Κυριακή, ήταν τα "ψιλά" στην τσέπη ενός φαντάρου για το τζούκ μπόξ στο μαγερειό έξω από το στρατόπεδο, ήταν η επιγραφή "Γυρίζω απ' τη νύχτα" στο πίσω μέρος ενός φορτηγού που κατάπινε ατέλειωτα μουσκεμένα χιλιόμετρα στην Εθνική? Η φωνή του ήταν το δάκρυ του 'Ακη Πάνου όταν τον άκουγε να τραγουδάει: «Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας, μα τόσο γλυκός, Είναι τόσο μεγάλη η ζωή όταν ζείς διαρκώς?» Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία, στην οδό Αλαείας 33. Ο πατέρας του Χαράλαμπος ήταν από το χωριό Καβάκλιτσα στα Κοτύωρα στον Πόντο και η μητέρα του Γεσθημανή από την Αλάγια της Κιλικίας. Γνωρίστηκαν στα Πετράλωνα και παντρεύτηκαν το 1923. Ο Χαράλαμπος Καζαντζίδης διώχθηκε σκληρά από τους συνεργάτες των Ναζί, καθώς είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση και πέθανε το 1946. "Η ορφάνια" αφηγήθηκε αργότερα ο Στέλιος Καζαντζίδης, με έριξε από μικρό στη βιοπάλη. Πούλησα νερό με στάμνα στην οδό Αθηνάς, τσιγάρα στην Ομόνοια, να κοιμάμαι πάνω στις σχάρες της πλατείας γιατί από κάτω δούλευαν κάτι μοτέρ που παρήγαγαν ρεύμα και είχε λίγη ζεστούλα, κι αυτό γιατί το εισιτήριο για την επιστροφή στο σπίτι με το γκαζοζέν ήταν ακριβό? Όταν μ' έπιανε ο αστυφύλακας απ' το αυτί για να με πάει στο Τέταρτο Αστυνομικό Τμήμα για να μου γίνουν συστάσεις - επειδή απαγορευόταν να πουλάς τσιγάρα, για προστασία στα περίπτερα, γιατί τις άδειες των περιπτέρων τις είχαν κάποιοι ανάπηροι όπως μας έλεγαν τότε - το αυτί μου το κάναν ένα μέτρο από το τράβηγμα. Ε, όλα αυτά, το παιδί τα καταπίνει και τα μαζεύει. Γίνονται αποθέματα? και όταν δοθεί η ευκαιρία τα βγάζει από μέσα του. Και κάστανα έβραζα μόνος μου στις τρείς τη νύχτα και έβαζα το καλάθι στον ώμο - 50 οκάδες ζύγιζε - και πήγαινα να τα πουλήσω στο εργατικό κέντρο της Νέας Ιωνίας. Και πολλές άλλες, πάντα τίμιες δουλειές. Σε εργοστάσια έχω δουλέψει, κλωστήρια, υφαντουργεία και όλα αυτά βγαίνουν στην ερμηνεία μου. Μια Πρωτοχρονιά ήρθε στην Ομόνοια η Νίνου, αυτή η ψυχούλα και μεγάλη φωνή και μας κέρασε μπουγάτσα. Ημασταν γύρω στα 40 άτομα όλοι τίμια παιδιά που δουλεύαμε? Είναι κάτι που έχει χαραχτεί στο μυαλό και την ψυχή μου. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση? Αυτή την Πρωτοχρονιά και αυτή τη χειρονομία δεν θα την ξεχάσω ποτέ?» Το τραγούδι ήταν πάντα μέσα στην ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη. «Αργότερα στο εργοστάσιο της Λανατέξ, κατά την διάρκεια της εργασίας, όταν έπιανα κάποιο σκοπό οι εργάτες σταμάταγαν την δουλειά και με χάζευαν. Μάλιστα ο εργοστασιάρχης μου είχε χαρίσει μια κιθάρα και σιγά-σιγά άρχισα να τη γρατζουνάω». Τον ακούει να τραγουδάει τυχαία ο γείτονάς του Μάνθος Βενέτης και του προτείνει να μπει στο συγκρότημα που έφτιαχνε. «Ξεκίνησα από ταβερνάκια. Μαζί με φίλους απ' την περιοχή παίζαμε και τραγουδούσαμε τα Σαββατοκύριακα. Φαί, κρασί και λίγο χαρτζιλίκι. Αυτή ήταν η αμοιβή μας?» θα πει αργότερα ο Καζαντζίδης. Ήταν ο τυφλός συνθέτης και μαέστρος της Κολούμπια, Στέλιος Χρυσίνης που δίδαξε στον Στέλιο Καζαντζίδη τα μυστικά του τραγουδιού. «Σε αυτόν με πήγε ο Μπάμπης ο Βασιλειάδης, που ήταν μεγάλος στιχουργός και με είχε ακούσει στα ταβερνάκια που εμφανιζόμουνα». Η αιτία, όμως που τον έκανε να αγαπήσει το λαϊκό τραγούδι ήταν ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Το 1952 ο Στέλιος Καζαντζίδης ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι με τίτλο "Για μπάνιο πάω" του Απόστολου Καλδάρα, όμως το τραγούδι δεν πήγε καλά. Το τραγούδι δεν ταίριαζε στο ύφος του Στέλιου? Εκείνος που του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία με το τραγούδι "Βαλίτσες" ήταν ο θρυλικός Γιάννης Παπαϊωάννου γιατί με τον που άκουσε τον Καζαντζίδη να τραγουδάει κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο. Η πρώτη περίοδος του Στέλιου Καζαντζίδη στο λαϊκό τραγούδι έκλεισε το 1956, χρονιά που διαλύθηκε και ο αρραβώνας του με την Καίτη Γκρέϋ. Αμέσως μετά ανεβαίνει στην Θεσσαλονίκη για να δεί το φίλο του Στέλιο Ζαφειρίου που έπαιζε μπουζούκι και με τον οποίο πραγματοποίησε μια τουρνέ. Το 1957 ο Ζαφειρίου πήγε στο κέντρο "Πανόραμα" και δούλευε με τον Τόλη Χάρμα. Εκεί, ο Στέλιος Καζαντζίδης γνωρίστηκε με μια κοπελιά που την λέγανε Κική Παπαδοπούλου την οποία ο Χάρμας βάφτισε Μαρινέλλα. Αμέσως μετά την γνωριμία τους ο Στέλιος και η Μαρινέλλα κατέβηκαν στην Αθήνα και ο Καζαντζίδης γνώρισε την Μαρινέλλα στον Μητσάκη σύμφωνα με όσα αφηγείται ο ίδιος (ο Γιώργος Μητσάκης) στην αυτοβιογραφία του. Με πρώτο τους τραγούδι το "Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ" θα αναδειχθούν σε ένα από τα καλύτερα ντουέτα του ελληνικού τραγουδιού. Στην δεκαετία του '60-'70 ο Στέλιος Καζαντζίδης ερμήνευσε με αξεπέραστο τρόπο τραγούδια των Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, Λεοντή, Μαρκόπουλου, Λοίζου, Ξαρχάκου, Κατσαρού όπως αργότερα τραγούδησε και Σπανουδάκη. "Σκέφτομαι πως εκείνες οι μοναδικές ερμηνείες του Μπιθικώτση, του Χιώτη, της Λίντας και του Καζαντζίδη δεν θα μπορούσαν να γίνουν αν δεν υπήρχε διάχυτο και ισχυρό το αίσθημα της φιλίας και του αμοιβαίου θαυμασμού. Πίστευα στις φωνές και στην τέχνη τους σαν να 'τανε θεοί. Ίσως τα ίδια αισθήματα να γέμιζαν τότε τις καρδιές τους για μένα, για να τα τραγουδήσουν με κείνη την απαράμιλλη τέχνη που έκανε όλους τους Έλληνες κυριολεκτικά να μεθύσουν με το τραγούδι" έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα παντρεύτηκαν το 1964, ωστόσο ο γάμος τους κράτησε λίγο, ενώ το 1965 ο Στέλιος αποχώρησε από τα νυχτερινά κέντρα καθώς λόγω ενός τυχαίου περιστατικού κινδύνεψε σοβαρά η σωματική του ακεραιότητα. Η επαφή του με τον κόσμο συνεχίστηκε μέσα από την δισκογραφία. Στην δεκαετία του '70 κυκλοφόρησαν δύο δίσκοι που αποτέλεσαν σταθμό για την δισκογραφία του λαϊκού τραγουδιού. Ο πρώτος είχε τον τίτλο "Στέλιος Καζαντζίδης Νο 3" και ήταν ο δίσκος που έφερε πολλούς νέους ακροατές σε επαφή με το παλαιότερο ρεπερτόριο του. Ο δεύτερος δίσκος που κυκλοφόρησε στην δεκαετία του '70 είχε τον τίτλο "Η ζωή μου όλη" και στην μια του πλευρά είχε 6 τραγούδια-σταθμούς με την υπογραφή του Άκη Πάνου. «Είναι η εποχή που εγώ δουλεύω στο Αιγάλεω με τον Χρήστο Κολοκοτρώνη. Ενα βράδυ πάμε μαζί με το Νίκο Μουρκάκο στον "Αστέρα". Εκεί πραγματικά ψωνίζομαι με τον Καζαντζίδη. Είναι με την Γκρέϋ, τον Τσιμπίδη, και τον Γιαννάκη τον Αγγέλου μπουζούκια. Λέει το τραγούδι του Καλδάρα "μα κανένας δεν μου φταίει για το χάλι μου/σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου", και κάποιος έχει πάρει ένα ποτήρι, τό 'χει σπάσει, το χει καρφώσει στο κουτελό του και να τρέχουνε τα αίματα? Λέω του Μουρκάκου: "αν φύγει τώρα αυτός και πάει στο Σύνταγμα τραγουδώντας, με τον κόσμο που θα μαζέψει πίσω του δεν κάνει επανάσταση;" Από τότε παρακολουθούσα τον Καζαντζίδη. Είχα όλα τα τραγούδια του στη δισκοθήκη μου. Στο τέλος έφτασε να κυριαρχεί στ' αυτιά μου αποκλειστικά και μόνο η φωνή του - από κει και πέρα δεν άκουγα τίποτ' άλλο? Σταμάτησα ν' ακούω?» αφηγήθηκε ο Άκης Πάνου στον Γιώργο Τσάμπρα και στο περιοδικό "Δίφωνο" τον Μάϊο του 1998. Η πτώση της χούντας το 1974 με την Κύπρο καταματωμένη, βρίσκει τον Στέλιο Καζαντζίδη να συνεργάζεται με τον Μίκη Θεοδωράκη στα τραγούδια του κύκλου "Στην Ανατολή", ένας δίσκος με εκπληκτικά τραγούδια, αφιερωμένα στην λαϊκή αντιστασιακή εποποιΐα των ανατολικών συνοικιών της Αθήνας στη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, ο οποίος όμως δεν πήγε καλά εμπορικά. Τον Νοέμβριο του 1975 παρά τα προβλήματα που υπάρχουν με την δισκογραφική του εταιρεία μπαίνει στο στούντιο και ηχογραφεί το θρυλικό "Υπάρχω", το οποίο σημαίνει και το τέλος της δισκογραφικής του παρουσίας για τα επόμενα 12 ολόκληρα χρόνια. Στο δίσκο αυτό, είναι η πρώτη φορά που ο λαϊκός τραγουδιστής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο στους ακροατές του. Το 1987 και πάνω στους στίχους του "Εγώ 'μαι αητός κι εσύ 'σαι τα φτερά μου" η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη γεφυρώνει αυτά τα 12 χρόνια απουσίας. Ο "Δρόμος της Επιστροφής", "Ελεύθερος", "Βραδυάζει", "Ενα Γλέντι με τον Στελάρα", "Τ' Αηδόνια του Πόντου", "Ο κύριος Μητσάκης", "Στην Ελλάς του 2000", "Ποντιακή Ραψωδια", "Πατρίδα μ αραεύω σε" είναι οι δισκογραφικές παρουσίες του Στέλιου Καζαντζίδη μετά το 1987. Ο μεγάλος λαϊκός βάρδος "έφυγε" στις 14 Σεπτεμβρίου 2001. Θα κλείσουμε αυτό το σύντομο σημείωμα με την αφήγηση της στιχουργού Σώτιας Τσώτου" «Εγώ δεν έχω υπηρετήσει ιδιαίτερα αυτό που λέμε λαϊκό τραγούδι. Δεν μ' άρεσε ούτε ως φωνή ο Καζαντζίδης, ούτε και ότι έλεγε? Την εποχή που μεσουρανούσε εγώ ήμουνα μαθήτρια της Ελληνογαλλικής Σχολής Καλογραιών και μεγάλωνα με Αζναβούρ. Αυτό δε με εμπόδισε να υπογράψω ένα μνημόνιο για την αποδέσμευση του από τη "Μinos", αφού πίστευα ότι ήταν δίκαιο? Αυτή ήταν η μόνη μου σχέση μαζί του, οταν ο συγχωρεμένος ο Ανδρέας Καϊάφας ιδιοκτήτης τότε της εταιρείας που θα έβγαζε το δίσκο μου ζητάει να γράψω στίχους γι' αυτόν. Μου λένε να γνωρίσω τον Καζαντζίδη για να διαμορφώσω η ίδια γνώμη. Πάω με τη μικρή μου κόρη στο στούντιο και εκεί που ομολογουμένως περίμενα να βρώ ένα λαϊκό τύπο βαρύ και ενδεχομένως πότη διαφόρων ουσιών συναντάω έναν ευγενέστατο κύριο που σηκώνεται και δεν κάθεται παρά μόνο όταν καθόμαστε εμείς. Συμβουλεύει την κόρη μου - μην καπνίζεις μικρή μου - μιλάει πολύ καλά ελληνικά και είναι ευφυής. Μπαίνει μέσα και λέει τα Καπέλα και χωρίς μικρόφωνο το Αμάν? Εκείνη την στιγμή αντιλήφθηκα γιατί τόσες γενιές Ελλήνων τον έχουν σαν Θεό τους? "Χρειάστηκε να διανύσω μισό αιώνα για να μπορέσω να καταλάβω τον Στέλιο Καζαντζίδη και τα τραγούδια του. Χρειάστηκε να καώ μέσα στους απλούς καθημερινούς πόνους της επιβίωσης, της λαχτάρας για εκείνους που αγαπώ, της βαθιάς ανησυχίας και πίκρας για όσα γίνονται γύρω μας για να μπορέσω να γράψω με το χέρι στην καρδιά και όχι από εμπορική σκοπιμότητα, στίχους για τον Στέλιο και τα εννιά εκατομμύρια οχτακόσιες χιλιάδες Έλληνες που του μοιάζουν, που μου μοιάζουν, που μας μοιάζουν. Για τους διακόσιους χιλιάδες που υπολείπονται, που ευημερούν και λυμαίνονται αυτή τη χώρα, αδιαφορώ όπως και εκείνος. Τίποτε άλλο». AΠΕ-ΜΠΕ Ενδεικτική Βιβλιογραφία Κώστας Μπαλαχούτης: Κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω? Εκδόσεις Ατραπός Στέλιος Καζαντζίδης: Αφιέρωμα - Επιμέλεια Θωμάς Κοροβίνης - Εκδόσεις Οδός Πανός Γιώργος Π. Μαλούχος: Αξιος Εστί: Ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται την ζωή του - Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη Μίκης Θεοδωράκης: Μελοποιημένη Ποίηση - Τόμος Α - Εκδόσεις Υψιλον/βιβλία

AΡΧΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

 
 
Ειδήσεις για όλους | Σχόλια | Αγγελίες | Τουριστικό Ρεπορτάζ | Ιατρικά Θέματα | Παρουσίαση Βιβλίων | Επικοινωνία